Πα. Σεπ 4th, 2026

Τζαμί Χαμζά Μπέη: Το Αλκαζάρ στη Θεσσαλονίκη ανοίγει ξανά μετά από 37 χρόνια

Το Αλκαζάρ ανοίγει ξανά μετά από 37 χρόνια και ξεδιπλώνει μια άγνωστη πλευρά της Θεσσαλονίκης, μέσα από την ιστορία του Τζαμιού Χαμζά Μπέη, του παλιού κινηματογράφου και της Εγνατίας.


Αλκαζάρ Θεσσαλονίκης: Το τζαμί Χαμζά Μπέη αναδύεται ξανά μετά από 37 χρόνια

Πόσες φορές έχεις περάσει από τη γωνία της Εγνατίας με τη Βενιζέλου χωρίς να μπορέσεις πραγματικά να δεις τι κρύβεται πίσω από τις σκαλωσιές;

Για σχεδόν τέσσερις δεκαετίες, το Αλκαζάρ ήταν εκεί, στην καρδιά της Θεσσαλονίκης, αλλά το πραγματικό του πρόσωπο παρέμενε απρόσιτο. Η πόλη άλλαζε γύρω του, οι γενιές διαδέχονταν η μία την άλλη, ενώ οι μεταλλικές κατασκευές έκρυβαν την αρχιτεκτονική του. Ένα μνημείο που όλοι γνώριζαν, αλλά λίγοι μπορούσαν πραγματικά να δουν.

Με την ολοκλήρωση της αποκατάστασης, στα τέλη Αυγούστου του 2026, το τζαμί Χαμζά Μπέη ετοιμάζεται να αποκαλυφθεί στην πόλη. Μέσα στο πρώτο δεκαήμερο του Οκτωβρίου αναμένεται να ανοίξει για το κοινό, ξεκινώντας ένα νέο κεφάλαιο για ένα από τα σημαντικότερα οθωμανικά μνημεία της Θεσσαλονίκης.

Μόνο που το Αλκαζάρ δεν είναι ένα μνημείο με μία ιστορία.

Είναι ένα τέμενος του 15ου αιώνα, ένα κτίριο που πέρασε από διαφορετικές χρήσεις, ένας κινηματογράφος που έδωσε το όνομά του σε μια ολόκληρη γωνιά της πόλης και, για τους νεότερους Θεσσαλονικείς, ένα γνώριμο κομμάτι της Εγνατίας που ετοιμάζεται να έρθει στο φως ξανά.

Η Εγνατία μιας άλλης εποχής

Αυτό που τραβά πρώτο το βλέμμα στο Χαμζά Μπέη είναι η αρχιτεκτονική του, με τις διαφορετικές εποχές της πόλης να έχουν αφήσει το αποτύπωμά τους πάνω του. Το τέμενος χτίστηκε το 1467-68, μόλις λίγες δεκαετίες μετά την οθωμανική κατάκτηση της Θεσσαλονίκης. Στην πρώτη του μορφή ήταν ένα μικρότερο συνοικιακό μεστζίτ, με έναν τρούλο και μια στοά.

Στα μέσα του 16ου αιώνα, το κτίσμα επεκτάθηκε, απέκτησε περίστυλο, αυλή και μιναρέ και απέκτησε τη μεγαλοπρέπεια ενός μεγάλου τεμένους, που ακόμη και σήμερα ξεχωρίζει μέσα στο αστικό τοπίο της Θεσσαλονίκης.

Κι αν το βλέμμα σταθεί στις κολόνες του περιστυλίου, αποκαλύπτεται μια ακόμη ιστορία. Ανάμεσά τους σώζονται σπόλια, αρχιτεκτονικά μέλη από κτίσματα της ύστερης αρχαιότητας και των βυζαντινών χρόνων, που ενσωματώθηκαν στο μνημείο αιώνες αργότερα.

Στο Χαμζά Μπέη ενώνονται διαφορετικές εποχές της Θεσσαλονίκης, σε ένα κτίριο που άλλαξε μορφή και χρήση μαζί με την πόλη.

Το Αλκαζάρ πριν γίνει ανάμνηση

Για δεκαετίες, η περίστυλη αυλή του Χαμζά Μπέη έζησε μια δεύτερη ζωή, πολύ διαφορετική από εκείνη που θα περίμενε κανείς από ένα τέμενος του 15ου αιώνα. Στην Εγνατία 49, το Αλκαζάρ έγινε ένας από τους λαϊκούς κινηματογράφους της Θεσσαλονίκης και το όνομά του έμελλε να περάσει στη μνήμη της πόλης και, τελικά, στο ίδιο το μνημείο.

Οι πρώτες αναφορές στον κινηματογράφο Αλκαζάρ εμφανίζονται στις εφημερίδες το 1944, όμως η ιστορία του είχε ξεκινήσει ήδη από τα τέλη του 1932. Η περίστυλη αυλή του μνημείου είχε μεταμορφωθεί σε κινηματογραφικό χώρο, με τις στοές να αγκαλιάζουν την οθόνη και τους θεατές να βρίσκονται μέσα σε ένα σκηνικό που δεν έμοιαζε με κανένα άλλο στην πόλη.

Στην οθόνη του Αλκαζάρ εμφανίστηκαν η Μάρλεν Ντίτριχ στο «Άσμα Ασμάτων», ο Γκάρι Κούπερ στον «Μάρκο Πόλο», ο Ροδόλφο Βαλεντίνο στον «Γιο του Σεΐχη», η Άβα Γκάρντνερ και ο Γκρέγκορι Πεκ στο «Κιλιμάντζαρο». Αργότερα, ήρθαν τουρκικές και αιγυπτιακές ταινίες, που απευθύνονταν ιδιαίτερα στο προσφυγικό κοινό της Θεσσαλονίκης.

Υπήρχαν και εκείνες οι ταινίες που έμεναν στη μνήμη πολύ μετά τους τίτλους τέλους. Ο συγγραφέας Γιώργος Ιωάννου θυμόταν ότι στο Αλκαζάρ πρωτοείδε το Los Olvidados του Λουίς Μπουνιουέλ, μια προβολή που έμελλε να θυμάται για χρόνια. Σε μια Θεσσαλονίκη που αγαπούσε το σινεμά και έκανε τους κινηματογράφους κομμάτι της καθημερινής της ζωής, το Αλκαζάρ είχε αποκτήσει τη δική του ξεχωριστή θέση.

Λίγο πριν πέσει οριστικά η αυλαία, το Αλκαζάρ έζησε μια ακόμη απρόσμενη βραδιά. Το 1983, οι «Χειμερινοί Κολυμβητές» του Αργύρη Μπακιρτζή ανέβηκαν στη σκηνή του παλιού κινηματογράφου, στο πλαίσιο των «Δημητρίων». Για ένα βράδυ, η αυλή που είχε φιλοξενήσει αμέτρητες κινηματογραφικές προβολές γέμισε μουσική. Και όταν η συναυλία τελείωσε, η οθόνη άναψε ξανά για μια τελευταία προβολή.

Ο κινηματογράφος έκλεισε οριστικά το 1988. Το όνομα, όμως, έμεινε. Για πολλούς Θεσσαλονικείς, το Χαμζά Μπέη παραμένει το Αλκαζάρ, ένα όνομα συνυφασμένο με τις αναμνήσεις μιας ολόκληρης εποχής και με μια διαφορετική εικόνα της πόλης.

Από το Αλκαζάρ στο Καπάνι

Γύρω από το Χαμζά Μπέη, η Θεσσαλονίκη αλλάζει ρυθμό. Στο Καπάνι, την παλαιότερη ανοιχτή δημόσια αγορά της πόλης, οι πάγκοι με φρέσκα προϊόντα, μπαχαρικά, ελιές και ψάρια απλώνονται ανάμεσα σε καφενεία, αρτοποιεία και μεζεδοπωλεία. Στις στοές και στα στενά του, η καθημερινότητα συνεχίζει να μοιάζει με μια μικρή περιπλάνηση στη Θεσσαλονίκη μιας άλλης εποχής.

Η Μοδιάνο ανοίγει ξανά κάτω από την ιστορική της στέγη. Από την 1η Σεπτεμβρίου 2026, η αγορά υποδέχεται ξανά Θεσσαλονικείς και επισκέπτες με 32 καταστήματα, από μανάβικο, κρεοπωλείο και ιχθυοπωλείο μέχρι φούρνο, μαγειρεία, τσιπουροπωλεία, καφεκοπτείο, ζαχαροπλαστείο και μπαρ. Οι πόρτες της άνοιξαν για πρώτη φορά τον Μάρτιο του 1925 και μέσα σε λίγα χρόνια η Μοδιάνο είχε γίνει σημείο συνάντησης για την πόλη. Σχεδόν έναν αιώνα αργότερα, επιστρέφει στην καθημερινότητα της Θεσσαλονίκης με μια νέα γαστρονομική και αστική ταυτότητα.

Το Αλκαζάρ γυρίζει σελίδα

Μέσα στο πρώτο δεκαήμερο του Οκτωβρίου, το Χαμζά Μπέη ετοιμάζεται να ανοίξει ξανά τις πόρτες του. Η πρώτη έκθεση, αφιερωμένη στην ιστορία της Θεσσαλονίκης, θα δώσει το πρώτο στίγμα της νέας ζωής του μνημείου ως εκθεσιακού χώρου, σε συνεργασία με το MOMus και την Εφορεία Αρχαιοτήτων Πόλης Θεσσαλονίκης.

Ο τρούλος, η μεγάλη περίστυλη αυλή, οι στοές και οι μαρμάρινοι κίονες συνθέτουν τη χαρακτηριστική εικόνα του Χαμζά Μπέη. Ανάμεσά τους βρίσκονται σπόλια, αρχιτεκτονικά μέλη από παλαιότερα κτίσματα της Θεσσαλονίκης, που ενσωματώθηκαν ξανά στο μνημείο. Είναι από εκείνες τις λεπτομέρειες που αξίζει να αναζητήσει κανείς όταν το Αλκαζάρ ανοίξει ξανά τις πόρτες του.

Μετά από σχεδόν τέσσερις δεκαετίες πίσω από τις σκαλωσιές, το Χαμζά Μπέη επιστρέφει στο κέντρο της πόλης με μια νέα ζωή. Οι πόρτες του ανοίγουν ξανά και μαζί τους ανοίγει ένα ακόμη κεφάλαιο για τη Θεσσαλονίκη, εκεί όπου η ιστορία, η αρχιτεκτονική και ο σύγχρονος πολιτισμός σμίγουν κάτω από την ίδια στέγη.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

error: Content is protected !!